- προδιαστέλλομαι
- προ-δια-στέλλομαι, sich vorher bestimmt worüber erklären; προδιεστειλάμην τῷ πορϑμεῖ, ich habe vorher mit dem Fährmann verabredet
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
προδιαστέλλομαι — πρό διαστέλλω put asunder pres ind mp 1st sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)